Bank of Cyprus v. Karayiannas and Son: Case 821/2009

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ.
Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής 821/09

Μεταξύ:

TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ,

Εναγόντων

-και-

1. MICHAEL JOHN GOULD,
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ΛΤΔ.

Εναγόμενων

Αίτηση ημερ. 7/2/12 για τροποποίηση.

Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2012.

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για αιτητές-εναγόμενους : Ο κ. Α. Κέκκος για κ. Andrew Klydes LLC.
Για καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες: Ο κ. Αλ. Κουκούνης.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Oι εναγόμενοι 2 με την αίτησή τους ημερ. 7/2/12 εξαιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου δια του οποίου να τους επιτρέπεται η τροποποίηση της υπεράσπισης δια της προσθήκης των παραγράφων 4-12. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις νέες παραγράφους τις οποίες οι εναγόμενοι 2 ζητούν να προσθέσουν.

«4. Οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι η επίδικη σύμβαση και/ή εγγυητήριο έγγραφο ημερ. 27/04/2007 ήταν Ultra Vires των Κανονισμών της εταιρείας, καθ’ότι η Εναγόμενη εταιρεία κατά το χρόνο σύναψης είχεν παραβεί εσωτερικό κανονισμό της.»

«5. Περαιτέρω η επίδικη σύμβαση που συναπτόταν ήταν καθ’υπέρβαση των σκοπών της Εναγόμενης εταιρείας και/ή Ultra Vires και κατά παράβαση των εσωτερικών κανονισμών της Εναγόμενης εταιρείας από τους αξιωματούχους της.»

«6. Οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι ουδέποτε ήταν η πρόθεση τους και/ή ΙΝΤΕΝΤΙΟΝ να συνάψουν οποιαδήποτε συμφωνία εγγυήσεως του Εναγόμενου 1 και ουδέποτε ήταν η πρόθεση τους να εγγυηθούν γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1.»

«7. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η προϋπόθεση Consensus ad idem απουσιάζει από την συμφωνία εγγυήσεως και/ή έγγραφο εγγυήσεως.»

«Α) Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τις 27/04/2007 δεν ετηρήθησαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες για την σύναψη δεσμευτικής από μέρους της εγγυήσεως του Πρωτοφειλέτη Εναγόμενου 1, καθότι δεν της εξηγήθηκαν οι νομικές υποχρεώσεις του εγγυητού και/ή οι νομικές υποχρεώσεις της εγγύησης. Περαιτέρω η δε επίδικη συμφωνία και/ή έγγραφο εγγυήσεως ήταν μεταγενέστερη της ημερομηνίας συμφωνίας δανείου και/ή παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων.»

«Β) Επίσης οι Εναγόμενοι 2 αναφέρουν ότι δεν ετηρήθησαν όλες οι νομικές διαδικασίες, καθότι δεν υπέγραψαν ενώπιον οποιουδήποτε μάρτυρα και/ή δεν υπέγραψαν ενώπιον αρμόδιου Τραπεζικού υπαλλήλου.

«Γ) Επιπλέον οι Εναγόμενοι 2 αναφέρουν ότι όταν υπέγραφαν τα εν λόγω έγγραφα εγγυήσεως και/ή έντυπα εγγυήσεως, αυτά ήταν λευκά και/ή μη συμπληρωμένα. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η συμπλήρωση των εντύπων έγιναν μετά και/ή στην απουσίαν τους και ότι τα ποσά τα οποίαν αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν ήτο εις γνώσιν τους κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής των εντύπων.»

«Δ) Οι Εναγόμενοι 2 αναφέρουν επίσης ως γεγονός ότι τα ποσά που εκτίθενται στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι κατά πολύ μεγαλυτέρου ποσού, από αυτά τα οποία ήταν πρόθυμοι να δεσμευτούν ως εγγυητές του Πρωτοφειλέτη Εναγόμενου 1. Ως εκ των άνω δεν υπάρχει πρόθεση από μέρους των Εναγόμενων 2 για την εγγύηση των υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη Εναγόμενου 1 προς τους Ενάγοντες παρούσων ή μελλοντικών οποιουδήποτε ύψους.»

«8, Άνευ βλάβης των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι η επίδικη συμφωνία και/ή έγγραφο εγγυήσεως ημερ. 27/04/2007 ως λεπτομερώς περιγράφεται εις τις παραγράφους 3, 4, 5 και 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως των Εναγόντων, έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς του ιδρυτικού εγγράφου και/ή κανονισμούς. Η έκδοση του δανείου και/ή συμφωνία ημερ. 23/04/2007 και/ή πίστωσης και/ή τραπεζική πιστωτική διευκόλυνση συμφωνήθηκεν από αξιωματούχους της Εναγόμενης εταιρείας, κατά παράβαση των κανονισμών και/ή ιδρυτικού εγγράφου και/ή (Μemorandum of Association)»

«9. Εν σχέση με τις παραγράφους 7, 8 και 9 της Έκθεσης Απαιτήσεως των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι 2 ισχυρίζονται ότι ο Διευθυντής της Εναγόμενης εταιρείας, ο οποίος υπέγραψεν έγγραφο εγγύησης και/ή κάλυψης του επίδικου εγγράφου και/ή σύμβαση εγγυήσεως ημερ. 27/04/2007 ήταν παράτυπη, καθ’ότι:

(α) Ήταν Ultra Vires των σκοπών της Εναγόμενης εταιρείας.
(β) Οι Εναγόμενοι 2 δεν είχαν κατατεθειμένο ανάλογο ποσόν ή εξασφάλιση.
(γ) Το ποσό εγγύησης ήταν η συμφωνία πώλησης του διαμερίσματος υπ’αριθμόν 10 Α, Βlock C, επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/2020, τεμάχιο 391, Φύλλο/Σχέδιο 33/55, εις το Παραλίμνι.
(δ) Δεν υπάρχει απόφαση και/ή Resolution και/ή ψήφισμα διά σύναψη της συμφωνίας εγγυήσεως και/ή έγγραφο εγγυήσεως από την Εναγόμενη εταιρεία.»

«10. Ως εκ των άνω οι Εναγόμενοι 2 αξιούν κατωτέρω ανταπαιτητικώς Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να απαλλάσσονται και να αποδεσμεύονται από εγγυητές του Εναγόμενου 1.»

«11. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 2 αρνούνται τις παραγράφους 12, 13, 14, 15 και 16 και ισχυρίζονται ότι τα οφειλόμενα ποσά κατά τις 30/06/2009 δεν ανέρχονταν εις το ποσόν των €67.144,11. Περαιτέρω αρνούνται ότι ο επίδικος λογαριασμός υπ’αριθμόν 0444-82-001049-48 και/ή ότι είναι αριθμός του λογαριασμού ορθός.»

«12.Άνευ βλάβης των ως ανω οι Εναγόμενοι 2 αναφέρουν και ισχυρίζονται οτι οι Ενάγοντες δικαιούνταν να χρεώνουν τόκο υπολογιζόμενο με βάση το ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο καθορίζεται από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο προσαυξημένο. Περαιτέρω οι Ενάγοντες δεν ενημέρωναν ειδικά τους Εναγόμενους 2 για το ύψος του επιτοκίου που θα χρεώνεται εκάστοτε αναφορικά με το δάνειο, ούτε για τον τρόπο με τον οποίο τούτο θα υπολογίζεται.»

Η αίτηση των εναγομένων 2 βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Κ.1-6, Θ.Θ.1-6, Δ.9, Θ.Θ.2 και 10, Δ.12, Θ.4 και Δ.48, Θ.1,2, Θ.8(1) (p) και (2) και στη Πρακτική και τις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κέκκου.

Στην ένορκη δήλωση του ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι ασκούμενος δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Α.Klydes LLC και έχει στην κατοχή του το φάκελο της αγωγής και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από τα έγγραφα του φακέλου, από πληροφορίες που έλαβε από τους εναγόμενους 2 από τους οποίους είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει περαιτέρω ότι η υπεράσπιση ετοιμάσθηκε και καταχωρήθηκε από άλλο δικηγορικό γραφείο και λόγω αβλεψίας δεν συμπεριελήφθηκε ολοκληρωμένη η υπεράσπιση των εναγομένων 2. Κατά την ετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας στις 26/1/12 και την συλλογή διαφόρων εγγράφων διαπιστώθηκε η παράλειψη συμπερίληψης ολοκληρωμένης της Υπεράσπισης.

Είναι περαιτέρω η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η τροποποίηση είναι ουσιώδης και αναγκαία έτσι ώστε να προωθούν τη θέση των εναγομένων 2. Aναφέρει, τέλος, ότι η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα, δεν επηρεάζεται η θέση των Εναγόντων και οιαδήποτε δυσχέρεια προκληθεί οι ενάγοντες μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα.

Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση η οποία ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, λειτουργού της υπηρεσίας ανάκτησης χρεών και προβάλλουν τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους:

1. Η ένορκος δήλωση του κου Ανδρέα Κέκκου που υποστηρίζει την αίτηση των εναγόμενων 2-αιτητών ημερομηνίας 7/2/2012 πάσχει και είναι παράτυπη και ως εκ τούτου η αίτηση των εναγόμενων 2-αιτητών δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο. Δεν επεξηγείται από την πλευρά των εναγόμενων 2-αιτητών γιατί δεν προβαίνουν οι ίδιοι οι εναγόμενοι 2-αιτητές στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της παρούσας υπό εξέταση αίτησης τους και προβαίνει ασκούμενος δικηγόρος εκ μέρους τους στην εν λόγω ένορκο δήλωση.

2. Η παρούσα αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 7/2/2012 γίνεται κακόπιστα καθ’ ότι (α) δεν εξειδικεύονται τα στοιχεία ή/και τα γεγονότα που επιβάλλουν την τροποποίηση και άρα εκλείπει το αναγκαίο υπόβαθρο προς υποστήριξη του αιτήματος και (β) περιλαμβάνει τροποποιήσεις που αφορούν σε ψευδή ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία οι εναγόμενοι 2-αιτητές γνώριζαν ή/και εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους 2-αιτητές από την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 27/4/2007 ή/και από την αρχή της παρούσας υπόθεσης και ως εκ τούτου η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κακόπιστη και καταχρηστική.

3. Δεν προβάλλεται κανένας βάσιμος ή/και επαρκής λόγος στην ένορκο δήλωση ημερομηνίας 7/2/2012 που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης που να εξηγεί ή/και δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης και Ανταπάντησης των εναγομένων 2-αιτητών.

4. Με την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 7/2/2012 επιχειρείται ριζική μετατροπή της ανταπαίντησης καθ’ ότι εισάγονται νέες βάσεις ή/και αιτίες ή/και γραμμές υπεράσπισης ή/και ανταπαίντησης από τους εναγόμενους 2-αιτητές σχεδόν 5 χρόνια από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 27/4/2007, σχεδόν 2.5 χρόνια από την καταχώρηση του κλητήριου εντάλματος στις 16/9/2009, πέραν των 2 χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης των εναγομένων 2-αιτητών στις 18/1/2010 και πέραν 1 χρόνου μετά που η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για Ακρόαση στις 17/11/2010, ενώ να σημειωθεί ότι ορίστηκε για ακόμη 5 φορές για Ακρόαση στο μεσοδιάστημα στις 24/3/2011, 6/10/2011, 22/11/2011, 26/1/2012 και 23/2/2012. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις της Υπεράσπισης και Ανταπαίντησης όπως εμφαίνονται στο αιτητικό της αίτησης αποτελούν πλήρη διαμόρφωση της Υπεράσπισης της και Ανταπαίντηση των εναγομένων-αιτητών και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

5. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης καθ’ ότι στο νέο τροποποιημένο δικόγραφο σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης θα περιέχονται αντιφάσεις τέτοιας μορφής που αντί να απλοποιούν και να συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα θα τα περιπλέξουν ή/και γενικεύσουν σε βαθμό που δεν θα είναι δυνατή η κατανόηση των επίδικων θεμάτων και η επίλυση τους σε σύντομο χρόνο και η πραγματική βάση της υπόθεσης θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

6. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν διατυπώνονται σωστά ή/και κανονικά με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση ή/και παραπλάνηση στους ενάγοντες-καθ’ών η αίτηση και να μην δύναται να γίνουν κατανοητές οι αιτούμενες τροποποιήσεις τροποποιήσει και να περιπλέκεται και να γίνεται δυσνόητη η πραγματική βάση της αγωγής. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

7. Η αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 7/2/2012 αφορά σε ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία οι εναγόμενοι 2-αιτητές γνώριζαν ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους 2-αιτητές από την ημερομηνία από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 27/4/2007 ή/και από την αρχή της παρούσας υπόθεσης και η καταχώρηση της σχεδόν 2.5 χρόνια από την καταχώρηση του κλητήριου εντάλματος στις 16/9/2009, πέραν των 2 χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης των εναγομένων 2-αιτητών στις 18/1/2010 και πέραν 1 χρόνου μετά που η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για Ακρόαση στις 17/11/2010 (ενώ να σημειωθεί ότι ορίστηκε για ακόμη 5 φορές για Ακρόαση στο μεσοδιάστημα στις 24/3/2011, 6/10/2011, 22/11/2011, 26/1/2012 και 23/2/2012) είναι έκδηλα, υπέρμετρα και αδικαιολόγητα καθυστερημένη και παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου που καθιερώνεται στο άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο η δίκη πρέπει να διεξάγεται μέσα σε εύλογο χρόνο. Τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα εκτροχιάσει τη δίκη και θα οδηγήσει σε υπέρμετρη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης καθώς στο νέο τροποποιημένο δικόγραφο σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης θα περιέχονται αντιφάσεις τέτοιας μορφής που αντί να απλοποιούν και να συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα θα τα περιπλέξουν ή/και γενικεύσουν σε βαθμό που δεν θα είναι δυνατή η κατανόηση των επίδικων θεμάτων και η επίλυση τους σε σύντομο χρόνο και η πραγματική βάση της υπόθεσης θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

8. Η καθυστέρηση (latches) και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπό τις περιστάσεις, στην υποβολή της παρούσας αίτησης, για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, για ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία οι εναγόμενοι 2-αιτητές γνώριζαν ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπισθούν από τους εναγόμενους 2-αιτητές από την ημερομηνία από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 27/4/2007 ή/και από την αρχή της παρούσας υπόθεσης και η καταχώρηση της σχεδόν 2.5 χρόνια από την καταχώρηση του κλητήριου εντάλματος στις 16/9/2009, πέραν των 2 χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης των εναγομένων 2-αιτητών στις 18/1/2010 και πέραν 1 χρόνου μετά που η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για Ακρόαση στις 17/11/2010 (ενώ να σημειωθεί ότι ορίστηκε για ακόμη 5 φορές για Ακρόαση στο μεσοδιάστημα στις 24/3/2011, 6/10/2011, 22/11/2011, 26/1/2012 και 23/2/2012), προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the court). Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική.

9. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα συμβάλει στην αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης καθ’ ότι επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγόντων-καθ’ών η αίτηση οι οποίοι θα υποστούν βλάβη η οποία δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθεί σε χρήμα εφόσον η έκδηλα και αδικαιολόγητα καθυστερημένη καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης θα προκαλέσει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αποπεράτωση της παρούσας υπόθεσης και θα παραβιάσει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων για διεξαγωγή της δίκης και της διάγνωσης των δικαιωμάτων του ενάγοντα μέσα σε εύλογο χρόνο και επίσης τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα συνεπάγεται την ύπαρξη αντιφάσεων στο νέο τροποποιημένο δικόγραφο αντιφάσεις τέτοιας μορφής που αντί να απλοποιούν και να συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα θα τα περιπλέξουν ή/και γενικεύσουν σε βαθμό που δεν θα είναι δυνατή η κατανόηση των επίδικων θεμάτων και η επίλυση τους σε σύντομο χρόνο και η πραγματική βάση της υπόθεσης θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί και ως εκ τούτου, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.»

Και οι δύο πλευρές προχώρησαν με κατάθεση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους χωρίς οιαδήποτε εξ αυτών να προχωρήσει σε αντεξέταση οιουδήποτε ενόρκως δηλούντα.

Ως έχει προαναφερθεί, η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ. 25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών θεσμών η οποία αποτελεί τη βασική πρόνοια που παρέχει δυνατότητα τροποποίησης κλητηρίου εντάλματος και ή δικογράφου. Οι γενικές διατάξεις της Δ.25 είναι αυτές που δίδουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνει στις σχετικές τροποποιήσεις. Η Δ.25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται η αίτηση προνοεί ως ακολούθως:

“1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.”

Προβληματίστηκα κατά πόσο η απόφαση στην υπό εξέταση αίτηση θα έπρεπε να έχει τη δομή παρομοίων αποφάσεων κάνοντας αναφορά στις αιτούμενες τροποποιήσεις και στους προβαλλόμενους λόγους ένστασης εξετάζοντας τον κάθε ένα ξεχωριστά λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη νομική πτυχή όσο και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα. Θεωρώ όμως ότι θα ήταν αδόκιμο να ακολουθήσω την γραμμή αυτή αφού όπως θα καταδειχθεί παρακάτω είναι αχρείαστη ενόψει του πρώτου προβαλλόμενου λόγου ένστασης των Εναγόντων – Καθ΄ ων η αίτηση.

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι μέχρι και τις 26/1/12 εκ μέρους των εναγομένων 2 εμφανιζόταν άλλο δικηγορικό γραφείο οπόταν και κατ΄ εκείνη την ημερομηνία κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου αποσύρθηκαν από την εκπροσώπηση των εναγομένων 2 και ανέλαβε ο νυν δικηγόρος τους. Η δε υπόθεση από τις 26/1/12 επαναορίστηκε για ακρόαση στις 23/2/12 έτσι ώστε να δοθεί ο χρόνος στο δικηγορικό γραφείο Κλαϊδη να προετοιμαστεί για την υπόθεση. Στις 7/2/12 καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση.

Θεωρώ ότι το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση που ως έχει προαναφερθεί έχει γίνει από τον ασκούμενο δικηγόρο κ. Α.Κέκκου ο οποίος εμφανίστηκε και κατά την ημέρα της ακρόασης και προχώρησε στην κατάθεση γραπτών αγορεύσεων. Το θέμα αυτό εγείρεται στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη αφού δεν επεξηγείται από πλευράς εναγομένων 2 ο λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι 2 δεν προβαίνουν οι ίδιοι στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους. Η παράλειψη αυτή έχει ως αποτέλεσμα, κατά τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση, η αίτηση να στερείται πραγματικού υποβάθρου. Τη θέση τους οι καθ΄ ων η αίτηση την υποστηρίζουν με σχετική νομολογία επί του θέματος.

Το ζήτημα αυτό είναι πρωταρχικής σημασίας αφού σε περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι όντως η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη τότε θεωρώ δεν θα είναι δυνατό να προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης ελλείψει υποβάθρου που να την στηρίζει.

Είναι γεγονός ότι η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ασκούμενου δικηγόρου Α.Κέκκου ο οποίος είναι στο δικηγορικό γραφείο Α.Klydes LLC. Πηγή της γνώσης του για την υπόθεση προέρχεται, ως ο ίδιος αναφέρει, από μελέτη και εξέταση του φακέλου της υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από τον δικηγόρο Α.Κλαϊδη και από τους εναγομένους 2 πελάτες του.

Κατ΄ αρχάς εκείνο που θα πρέπει να σημειωθεί εδώ είναι ότι επιζητείται η εκ βάθρων τροποποίηση της υπεράσπισης. Εχει αναφερθεί προηγουμένως ότι ζητείται η προσθήκη 9 νέων παραγράφων και οι οποίες έχουν παρατεθεί στην παρούσα απόφαση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, πέραν του ότι υπογράφεται από ασκούμενο δικηγόρο, υπάρχει μια γενική και αόριστη αναφορά σε έγγραφα και πληροφορίες που ο ενόρκως δηλών έλαβε από τον φάκελο της υπόθεσης, από τους εναγόμενους 2 και από τον δικηγόρο κ. Α.Κλαϊδη χωρίς οιανδήποτε συγκεκριμενοποίηση. Ανεξαρτήτως όμως τούτου είναι νομολογημένο ότι η υπογραφή ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση από τον συνήγορο του αιτητή είναι πρακτική η οποία είναι ανεπιθύμητο να γίνεται και θα έπρεπε το φαινόμενο αυτό να είχε ήδη εκλείψει. (Βλ. Τhanos Hotels Ltd. V. Δημήτρη Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1036, Ανδρέας Χριστοδούλου ν. Θεοδώρας Αγαθοκλέους (1996) 1Β Α.Α.Δ. 1203, Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva Π.Ε. Αρ. 130/09 ημερ. 29/1/10). Περαιτέρω στην υπόθεση Ιn Re Efthymiou (1987) 1 C.L.R. 326, αποφασίστηκε ότι στο νομικό μας σύστημα ο δικηγόρος καταλαμβάνει μια μοναδική θέση. Είναι από κάθε άποψη λειτουργός της δικαιοσύνης και ένας δικηγόρος που είναι μάρτυρας δεν μπορεί την ίδια στιγμή να είναι και αξιωματούχος της δικαιοσύνης.

Στην παρούσα περίπτωση, εκτός των πιο πάνω αναφερθέντων, ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει οτιδήποτε γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής προς υποστήριξη της αίτησής του. Ουδεμία εξήγηση δίδεται η οποία θα ήταν δυνατό να δικαιολογήσει την υπογραφή της ένορκης δήλωσης από τον ασκούμενο δικηγόρο και όχι από τον αιτητή. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Νεόφυτου Γεωργιάδη αίτηση certiorari 90/10 ημερ. 25/8/10, η πρακτική αυτή αποτέλεσε ένα από τους λόγους απόρριψης της αίτησης. Αναφορά γίνεται επίσης και στην υπόθεση Rybolovlev (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών.»

Στην εν λόγω υπόθεση έγινε δεκτή η ένορκη δήλωση από δικηγόρο ενόψει του κατεπείγοντος του θέματος εφόσον επρόκειτο για αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αλλά και διότι η αιτήτρια ήταν μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία είχε την φροντίδα του ανήλικου τέκνου της και επιλαμβανόταν

λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο.

Στην παρούσα περίπτωση ουδεμία αναφορά γίνεται περί της παράλειψης αυτής ή και οτιδήποτε που να την δικαιολογεί.

Τέλος θα ήθελα να παραθέσω και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Γιώργος Κεσίδης ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 589, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Εχουμε παρατηρήσει επίσης ότι η ένορκη δήλωση που έχει επισυναφθεί στην αίτηση έχει υπογραφεί από τον ίδιο το δικηγόρο, ο οποίος εμφανίζεται και ως δικηγόρος του αιτητή. Η τακτική δικηγόρων να επισυνάπτουν δικές τους ένορκες δηλώσεις σε αιτήσεις σε υποθέσεις που χειρίζονται οι ίδιοι, έχει επισύρει δυσμενή σχόλια των δικαστηρίων. (Βλ. Ahapittas v. Roc-Chick Ltd. (1968) 1 C.L.R. 1, Ιωαννίδη ν. Σπαρσή (1979) 2 J.S.C. 186, Efthymiou *1987( 1 C.L.R. 329 και Περέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ. 356). Το θέμα έχει λάβει συγκεκριμένη απαγορευτική μορφή, αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 13(5) των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002, όταν ένας δικηγόρος προτίθεται να εμφανισθεί ως μάρτυς θα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδιότητα του δικηγόρου. Παράλειψη συμμόρφωσης εκ μέρους του δικηγόρου στην πιο πάνω πρόνοια (που περιλαμβάνει και περιπτώσεις ενόρκων δηλώσεων που υπογράφονται και καταχωρούνται από δικηγόρους), συνιστά διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος. Σημειώνουμε την πιο πάνω απαράδεκτη διαδικασία, η οποία δυστυχώς εξακολουθεί να υφίσταται και αφήνουμε το θέμα ως εδώ.»

Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι η αίτηση στερείται του αναγκαίου υποβάθρου και θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην εξέταση της ουσίας της.

Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον
Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 2-αιτητών τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας.

(Υπ.)………………………………………
Λ.Μουγής, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο,
Πρωτοκολλητής.
Source